Ήρθε στην Ελλάδα από την Σερβία μαζί με τους γονείς του το 1999 σε ηλικία 7 ετών. Εγκαταστάθηκαν στο Άργος και ξεκίνησε να πηγαίνει σε ελληνικό σχολείο. Δεν ήξερε κανέναν, αλλά η συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω του τον έκαναν να αισθανθεί πολύ όμορφα και οικεία.
Για το πώς ξεκίνησε το χάντμπολ: «Ήμουν στην 5η Δημοτικού όταν έγινε μία γιορτή στο σχολείο. Το άθλημα το γνώριζα από την Σερβία, αλλά εδώ το έμαθα. Για κάποια χρόνια έπαιζα παράλληλα και μπάσκετ, αλλά κάποια στιγμή επέλεξα. Το χάντμπολ ήταν πιο συναρπαστικό, πιο κοντά στα θέλω μου. Οι προπονητές μου έλεγαν ότι έχω ταλέντο και μπορώ να εξελιχθώ. Όταν μπήκα στην ανδρική ομάδα του Διομήδη, κατάλαβα σχεδόν αμέσως ότι θέλω να το ακολουθήσω επαγγελματικά. Και αυτό κάνω τώρα, ζω από το χάντμπολ».
Ο Τζούρο Μούγιτς είναι πλέον 25 ετών. Εδώ και λίγες ημέρες απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα και σχεδόν αμέσως ήρθε και δεύτερη χαρά, η πρώτη κλήση του στην Εθνική Ανδρών της Ελλάδας για την προετοιμασία ενόψει των προκριματικών του Παγκοσμίου πρωταθλήματος.
Η διαδικασία όμως δεν ήταν καθόλου εύκολη. «Πήγα να δώσω τα χαρτιά έξι φορές! Μία άλλαζε ο νόμος, την άλλη έλειπε κάποιο χαρτί, την επόμενη υπήρχαν κάποιο άλλο κώλυμα. Μόλις όμως μου έφεραν την ταυτότητα γελούσα. Χάρηκα πολύ. Θέλω να ευχαριστήσω πολύ τους ανθρώπους του Διομήδη, κυρίως τους κ.κ. Τάσο Χειβιδόπουλο και Κώστα Βλαχοσπύρο που με βοήθησαν με τις διαδικασίες που απαιτούνταν».

«Εδώ είναι το σπίτι μου, νιώθω Έλληνας»
Γιατί όμως ήθελε να πάρει την ελληνική υπηκοότητα: «Δεν ένιωσα ποτέ ρατσισμό στην Ελλάδα. Από την πρώτη στιγμή με αγκάλιασαν, σαν να με ήξεραν χρόνια. Μου άρεσε πολύ. Κάθε καλοκαίρι πηγαίνω στη Σερβία, έχω συγγενείς εκεί, αλλά πάντα επιστρέφω και θα επιστρέφω. Εδώ είναι το σπίτι μου. Νιώθω Έλληνας. Ήθελα να πάρω την υπηκοότητα και να παίξω στην Εθνική. Αυτό με γεμίζει. Περιμένω πως και πως την πρώτη προπόνηση με την Ελλάδα. Θα είναι κάτι διαφορετικό για μένα. Με τα περισσότερα παιδιά γνωρίζομαι. Χαίρομαι πολύ που μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία και θα προσπαθήσω να την αξιοποιήσω όπως πρέπει. Ο όμιλος με Ολλανδία, Βέλγιο, Τουρκία είναι στις δυνατότητές μας, έχουμε το υλικό για να τα καταφέρουμε», σχολίασε για τους προσεχείς αντιπάλους της «γαλανόλευκης».
Για το πότε κατάλαβε ότι θέλει να παίξει στην Εθνική Ανδρών: «Από τότε που με καλούσε στα καμπ της Εθνικής Παίδων ο Νίκος Γεωργιάδης και με την ευκαιρία θέλω να τον ευχαριστήσω. Παρότι ήξερε ότι δεν μπορώ να παίξω, έπαιρνα μέρος στις προπονήσεις και αυτό μου έδωσε κίνητρο».
Φυσικά δεν ήταν όλα ρόδινα. Πέρασε δύο χειρουργεία στους κοιλιακούς προσαγωγούς, ενώ μετά την πρώτη εξαιρετική χρονιά του (2014-2015) με σημαντικό ρόλο στον Διομήδη, έσπασε την επιγονατίδα και έμεινε 5 μήνες εκτός δράσης.
«Είμαστε σαν ένα… τρένο που έχει μπει στις ράγες»
Συνέχισε, βελτιώθηκε και είναι εδώ. Αγωνίζεται στον Διομήδη σε έναν σύλλογο που έχει ξεχωριστή θέση στη ζωή του. «Είναι η ομάδα της καρδιάς μου», τονίζει ενώ για την φετινή σεζόν των «Λύκων» είπε: «Η ομάδα το καλοκαίρι στήθηκε όπως κάθε χρόνο για να πρωταγωνιστήσει. Η επιλογή διοίκησης και προπονητή ήταν να μείνει ο βασικός κορμός. Είμαστε σαν ένα… τρένο που έχει μπει στις ράγες και προχωράει. Πιστεύω πολύ στο οικογενειακό κλίμα. Η ομάδα είναι ανανεωμένη, όλοι οι αθλητές είμαστε κοντά ηλικιακά και καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο».
Για το που μπορεί να φτάσει φέτος ο Διομήδης: «Δεν μπορώ να το ξέρω. Σίγουρα έχουμε πολλά περιθώρια βελτίωσης. Το βασικό είναι ότι αυτό που κάνουμε το γουστάρουμε και εννοείται ότι στην καλή μας ημέρα μπορούμε να κερδίσουμε οποιαδήποτε ομάδα στην Ελλάδα».
Για τους μελλοντικούς στόχους: «Πρώτα απ’ όλα να πάμε ψηλά με τον Διομήδη. Από κει και πέρα θα κοιτάξω και θέλω να πάω στο εξωτερικό. Θα περιμένω όμως την κατάλληλη ευκαιρία, δεν πρόκειται να βιαστώ. Κλείνοντας θέλω να ευχαριστήσω τους γονείς μου που με στηρίζουν σε κάθε μου επιλογή».

